Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάν' Προφορά: χάν
  1. χάνι, πανδοχείο, ξενώνας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη han

Παρατηρήσεις - Σχόλια