Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τιμιότητα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τιμιότητα Προφορά: τιμιότητα
  1. τιμιότητα 1) πρόσωπο έντιμο, σεβαστό 2) το να είναι κάποιος τίμιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια