Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τιμάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τιμάρ' Προφορά: τιμάρ
  1. ξύσιμο με ειδική ξύστρα μονόχηλου ζώου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη timar= φροντίδα ζώου

Παρατηρήσεις - Σχόλια