Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σολούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σολούκ' Προφορά: σολούκ
  1. ανάπαυση, ξεκούραση, αναπνοή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    1) λατινική, από το σουπίνο solutum του λατινικού ρήματος solvo = λύνω
    2) τουρκική, από τη λέξη soluk = χαλάρωση

Παρατηρήσεις - Σχόλια