Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκυλλίτζος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κυλλίτζος Προφορά: σκυλλίτζος
  1. 1) μικρός σκύλος 2) (για μικρό παιδί) έξυπνος, τετραπέρατος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια