Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σκυλλεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κυλλεύω
Προφορά: σκυλλεύω
εξωμοτώ, τουρκεύω, αγριεύω
1) γίνομαι αναιδής 2) βρίσκομαι σε γενετήσιο οργασμό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια