Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκοτεινασέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκοτεινασέα Προφορά: σκοτεινασέα
  1. 1) μέρος με βαθύ σκοτάδι 2) μέρος θεοσκότεινο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια