Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιακόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λα̤κόν Προφορά: λιακόν
  1. πέτρα που ακονίζει (μαχαίρια) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια