Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουτούσε (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουτούσα̤ Προφορά: κουτούσεα
  1. ξύλα, φύλλα, χόρτα μαζεμένα όλα μαζί Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια