Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κεπεζέν (η) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κεπεζέν Προφορά: κεπεζέν
  1. αυτός που λέει βλακείες, ανοησίες Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια