Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισνταχάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ισνταχάς Προφορά: ισνταχάς
  1. αυτός που νευριάζει και γίνεται σαν ταύρος, σαν θηρίο (χρησιμοποιείται και για τα ζώα) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια