Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαμπέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμπέρ' Προφορά: χαμπέρ
  1. είδηση, πληροφορία, νέα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη haber

Παρατηρήσεις - Σχόλια