Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαμνοκάρδης (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμνοκάρδης Προφορά: χαμνοκάρδης
  1. καλόκαρδος αυτός που συγκινείται εύκολα και μέχρι δακρύων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια