Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαμλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμλαεύω Προφορά: χαμλαεύω
  1. κουράζομαι, πιάνομαι, αποκάμνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη hamlamak

Παρατηρήσεις - Σχόλια