Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαμάμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμάμ Προφορά: χαμάμ
  1. τουρκικό λουτρό, είδος ατμόλουτρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη hamam

Παρατηρήσεις - Σχόλια