Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη zorlamak
Παράδειγμα: Την κάταν όνταν ζορλαεύ'ς, λαγγεύ' σον πρόσωπο σ'.
Επιπλέον Ερμηνεία: πιέζω κάποιον
παθ. ζορλαεύκουμαι= δυσκολέυομαι, αισθάνομαι δυσκολία
Ενεστώτας: ζορλαεύω Παρατατικός: εζορλάευα / ζορλάευα Μέλλοντας: θα ζορλαεύω Αόριστος: εζορλάεψα / ζορλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.