Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζεβλία (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζεβλία Προφορά: ζεβλία
  1. τα σίδερα που ένωναν τα βόδια με το κάρο για να μην φύγουν Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια