Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζορζόπς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ζορζόπ'ς Προφορά: ζορζόπς
  1. ισχυρογνώμονας, πείσμων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ο Παπαναστάης έτον πολλά ζορζόπ'ς.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ζορζοπλούχ' (πείσμα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια