Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δελεστήρα (η) [, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δελεστήρα Προφορά: δελεστήρα
  1. η αράχνη (μεταφορική χρήση, λόγω των ιστών που πλέκει) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια