Ερμηνεία: αυτός που γίνεται από ανάγκη
Αρσενικό: Ενικός: ζορζορινός Πληθυντικός: ζορζορινοί
Θηλυκό: Ενικός: ζορζορινός , ζορζορινέσα Πληθυντικός: ζορζορινοί
Ουδέτερο: Ενικός: ζορζορινόν Πληθυντικός: ζορζορινά
Επίρρημα: ζορζορινά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.