Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δουμάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δουμάκ' Προφορά: δουμάκ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το λίπος του προβάτου και η παχιά ουρά του πλατύουρου προβάτου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό δημός

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

  2. ξύγγι το δουμάκιον το ζωϊκό λίπος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο δημός, του οποίου η λέξη είναι υποκοριστική
    < Δευτέρου αύ...βούν θήκε μέγαν και πίονα δημώ...- για τον δεύτερο πάλι, έβαλε ένα μεγάλο και παχύ βόδι- Ιλιάδος Ψ 750>

    Πτώσεις:
    ονομαστική το δουμάκ'
    γενική τοι δουμακί'
    αιτιατική το δουμάκ'

    Παράδειγμα:
    « Κράτ' το κρέας και σκώσον και σύρον το δουμάκ' ν' α'θε» ( κράτησε το ψαχνό και πέταξε το πάχος)

  3. ξύγκι το ζωικό λίπος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια