Αρσενικό: Ενικός: αναλιμένος Πληθυντικός: αναλιμένοι/ αναλιμέν'
Θηλυκό: Ενικός: αναλιμένισα/ αναλιμέν'σα/ αναλιμέντσα Πληθυντικός: αναλιμένοι/ αναλιμέν'
Ουδέτερο: Ενικός: αναλιμένον Πληθυντικός: αναλιμένα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους