Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγρίκιγος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγρίκιγος , 2. αγρίκιος Προφορά: αγρίκιγος
  1. άνθρωπος χωρίς επίπεδο και τρόπους Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια