Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Δουλείαν ’κ’ εύρα και κλώσ̌κουμαι αβαράς.
2) Μάνα σ’ και τη δουλεία σ’. (παράξενο πράγμα)
3) Ευτάει με δουλείαν. (θα με βάλει σε μπελά)
4) Η δουλεία καρβόνα̤ και σαχτάρα̤. (άνθρακες ο θησαυρός, Ιδίωμα: Άδισσας)
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό δουλεία = το να είναι κανείς δούλος
Πλυθηντικός:
τα δουλείας