Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δουλεία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δουλεία Προφορά: δουλεία
  1. δουλειά, εργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Δουλείαν ’κ’ εύρα και κλώσ̌κουμαι αβαράς.
    2) Μάνα σ’ και τη δουλεία σ’. (παράξενο πράγμα)
    3) Ευτάει με δουλείαν. (θα με βάλει σε μπελά)
    4) Η δουλεία καρβόνα̤ και σαχτάρα̤. (άνθρακες ο θησαυρός, Ιδίωμα: Άδισσας)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό δουλεία = το να είναι κανείς δούλος

  2. δουλειά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. δουλεία, εργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Πλυθηντικός:
    τα δουλείας

Παρατηρήσεις - Σχόλια