Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορφανός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ορφανός Προφορά: ορφανός
  1. ορφανός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο ορφανόν

    Παραδείγματα:
    1) Οφιδί’ κιφάλ’ έπαρ’ αν’, και τ’ ορφανού μη παίρ’τς.
    2) Τ’ ορφανόν να είχͮεν τύχην θ’ εζήνεν ο κυρ’ κι η μάνα θε.

  2. ορφανός αυτός που στερείται πατέρα ή μητέρα ή και τους δύο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    θηλυκό:
    ορφανέσσα

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό ορφανός

Παρατηρήσεις - Σχόλια