Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάλ' Προφορά: χάλ
  1. κατάσταση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Άσκεμον έν’ το χάλ’ν ατ’.
    2) Το χάλι μ’ χαλ’ ’κ’ έν’. (η κατάστασή μου δεν είναι εκείνη που πρέπει, η κανονική)
    3) Χάλ’ εφτάω. (αδικώ)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. άθλια, ελεεινή κατάσταση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη hal

Παρατηρήσεις - Σχόλια