Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Σαντάς
Παράδειγμα: Εγώ παίρω άλλον άντραν έχ’ ατονε χαζίρ’.
Ομόρριζο - Παράγωγο: χαζιρλούχ' (ετοιμασία, προπαρασκευή)
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη hazir
Σχόλιο: άκλιτο (χαζίρ)
Αρσενικό: Ενικός: χαζίρης / χαζίρ'ς / χαζίρτς Πληθυντικός: χαζίροι / χαζίρ'
Θηλυκό: Ενικός: χαζίραινα Πληθυντικός: χαζίρ'
Ουδέτερο: Ενικός: χαζίριν / χαζίρ' Πληθυντικός: χαζίρα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.