Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δόξα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δόξα Προφορά: δόξα
  1. αξιοσύνη, κατόρθωμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    εκείνο που δοξάζει

    Παραδείγματα:
    1) Γιά δείξο μας τη δόξα σ’.
    2) Ξ̌ύνω τη δόξα μ’. (δείχνω την αξιοσύνη μου, το κατόρθωμα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια