τίζεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τίζεμαν
Προφορά: τίζεμαν
-
αράδιασμα
τοποθέτηση σε σειρά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
το αρμάθιασμα του καπνού
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης