Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φτιλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φτιλίζω Προφορά: φτιλίζω
  1. Ξεπουπουλιάζω, μαδώ, κόβω, στολίζω. 1) νικώ κατά κράτος. 2) αποκομίζω καρπούς. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια