Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Τρανά δόντια̤ έχͮ'. (είναι ισχυρός, έχει μέσο)
2) Σπίγγω τα δόντα̤ μ’ .(κάμνω υπομονή, βάλλω τα δυνατά μου, Ιδίωμα:Κοτυώρων)
3) Μετρώ τα δόντα̤ τ’. (ζυγίζω τα μυαλά του)
4) Στάζ’ το δόντι μ’. (επιθυμώ πολύ να φάγω)
5) Ασό φουρνόπον εκουβάλεσα με τ’ εκκλησίας τα δόντα̤. (λεπτές και μακριές πέτρες με τις οποίες κάμνουν την κουπιάν, το θόλο του φούρνου, της εκκλησίας)
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό οδούς