Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δόντ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δόντ' Προφορά: δόντ
  1. δόντι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τρανά δόντια̤ έχͮ'. (είναι ισχυρός, έχει μέσο)
    2) Σπίγγω τα δόντα̤ μ’ .(κάμνω υπομονή, βάλλω τα δυνατά μου, Ιδίωμα:Κοτυώρων)
    3) Μετρώ τα δόντα̤ τ’. (ζυγίζω τα μυαλά του)
    4) Στάζ’ το δόντι μ’. (επιθυμώ πολύ να φάγω)
    5) Ασό φουρνόπον εκουβάλεσα με τ’ εκκλησίας τα δόντα̤. (λεπτές και μακριές πέτρες με τις οποίες κάμνουν την κουπιάν, το θόλο του φούρνου, της εκκλησίας)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό οδούς

  2. δόντι Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια