Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φτερόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φτερόν Προφορά: φτερόν
  1. φτερούγα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εντώκεν το πουλίν σα φτερά.
    2) Τ’ ουραδί’ εθε τα φτερά άμον ψαλίδ’ είναι.
    3) Κρούω φτερόν.
    4) Εγέν’τον φτερά και φύλλα. (έγινε κουρέλια, έμεινε ορφανός, Ιδίωμα: Κοτυώρων)
    5) Εκάλ’κεψεν το πουλάρ’ κι εγέντονε φτερά και φύλλα. (έμεινε ορφανός, Ιδίωμα: Κοτυώρων)

  2. ωμοπλάτη φτερό κάθε πουλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια