Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σερσεκλίκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σερσεκλίκ'
Προφορά: σερσεκλίκ
μωρία, ανοησία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη sarsaklik
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια