Ερμηνεία: με δύο χείλη, με κομμένο το χείλος σε δύο
Προέλευση: συνθετικά από το αριθμητικό δύο και το ουσιαστικό χείλος
Ιδίωμα: Χαλδίας
Παράδειγμα: Η κουτσ̌ή ατ’ς εγεννέθεν δίχͮειλος.
Αρσενικό: Ενικός: δίχͮειλος Πληθυντικός: δίχͮειλοι
Θηλυκό: Ενικός: δίχͮειλος Πληθυντικός: δίχͮειλος
Ουδέτερο: Ενικός: δίχͮειλον Πληθυντικός: δίχͮειλα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.