Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιορτάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιορτάν’ Προφορά: τσιορτάν
  1. είδος φαγώσιμου υδαρούς λευκού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το τσιοφ = ξερό και ταν

    Σχόλιο:
    από το πηχτό ταν παρασκευάζονταν μπαλίτσες στρόγγυλες που ξεραίνονταν στον αέρα, διατηρούνταν τον χειμώνα για την παρασκευή ζωμού που τρωγόταν με φαγητά όπως τα πουσίντια

Παρατηρήσεις - Σχόλια