Ερμηνεία: χωρισμένο σε δύο
Παράδειγμα: Οντάν εδέβεν το διχάλ’ το λιθάρ’ εύρεν είναν Σκαλιτέτεν.
Ερμηνεία: κορμός δέντρου διχαλωτός ή κλαδί που καταλήγει σε δύο μέρη
Ενικός: διχάλιν / διχάλ' Πληθυντικός: διχάλια / διχάλα̤