Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιογλάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιογλάν’ Προφορά: τσιογλάν
  1. παλιόπαιδο επί τουρκοκρατίας, νεαρός Έλληνας στην υπηρεσία των σουλτάνων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη coglan

Παρατηρήσεις - Σχόλια