-
μύρτιλλας
1) θάμνος του δάσους με μικρούς γλυκούς καρπούς που καρποφορεί δύο φορές το χρόνο, από τα κλαδιά του έκαμναν τσουχαβέλια και από τα φύλλα του τσάι
Με τα φύλλα του στην περιφέρεια Βατούμ νόθευαν το κινέζικο τσάι τον καιρό της αγγλικής κατοχής
2) θάμνος του δάσους που έδινε μαύρο καρπό, ξινό ή γλυκό τρωγόμενο από τους ανθρώπους. Με τα κλαδιά του έκαναν τσουχαβέλα̤, από δε τα φύλλα του, όταν ήταν φρέσκα πολλοί έκαναν τσάϊ. Στην περιφέρεια του Βατούμ με φύλλα διφοριού ενόθευαν το κινέζικο τσάι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
θάμνος με μικρούς μαύρους καρπούς που καρποφορεί δύο φορές το χρόνο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
καρπός θάμνου που καρποφορεί δύο φορές
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μυρτιά
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη