Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σεραντάβραστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σεραντάβραστος Προφορά: σεραντάβραστος
  1. αυτός που βράζει πολλή ώρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια