Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσίλιον (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσίλιον
Προφορά: τσίλιον
η πάθηση να έχεις συχνές υδαρείς κενώσεις
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό τίλημα = αποπάτημα, τσίρλα
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
κίνηση (η)
Ιδιωματική Εκδοχή
τσίλεμαν (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια