Γραφή στην Ποντιακή: αγαλιπλάευτοςΠροφορά: αγαλιπλάευτος
ασιδέρωτοςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
χωρίς καλούπι
Προέλευση:
από το στερητικό α- και το τουρκικό kalıp, που στο ιδίωμα της Σάντας λεγόταν γαλίπ'
Παράδειγμα:
Το φά̤σι σ’ αγαλιπλάευτον έν’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αρσενικό:
Ενικός: ο αγαλιπλάευτος, τη αγαπιπλάευτου/αγαλιπλάευτονος, τον αγαλιπλάευτον
Πληθυντικός: οι αγαλιπλάευτοι, τη αγαλιπλάευτων, τοι αγαπιπλάευτους
Θηλυκό:
Ενικός: η αγαλιπλάευτος, τη αγαλιπλάευτου, την αγαπιπλάευτον
Πληθυντικός: οι αγαπιπλάευτοι, τη αγαπιπλάευτων, τοι αγαλιπλάευτους
Ουδέτερο:
Ενικός: το αγαλιπλάευτον, τη αγαλιπλάευτου, το αγαλιπλάευτον
Πληθυντικός: τα αγαπιπλάευτα, τη αγαλιπλάευτων, τα αγαλιπλάευτα
Σχόλιο: Όχι εύχρηστο σε όλους τους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.