Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φραντζέλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φραντζέλα Προφορά: φραντζέλα
  1. ψωμί πολυτελείας, φραντζόλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια