κακοχάπαρος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κακοχάπαρος
Προφορά: κακοχάπαρος
-
εκείνος που αρέσκεται να μεταφέρει κακές, λυπηρές ειδήσεις
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
άγγελος κακών ειδήσεων
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αυτός που φέρνει κακές ειδήσεις
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης