Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τετραδοφάγος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τετραδοφάγος Προφορά: τετραδοφάγος
  1. αυτός που καταλύει τη νηστεία της Τετάρτης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια