κακοσύνα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. κακοσύνα̤ , 2. κακοσύνια
Προφορά: 1. κακοσύνεα , 2. κακοσύνια
-
κακία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
βασανισμός, κακότητα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης