Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορτιμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ορτιμά̤ , 2. ορτιμιά Προφορά: ορτιμεά
  1. υπόστεγο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    υπόστεγο για να προφυλάγει την είσοδο από την κακοκαιρία ή διάφορα εργαλεία και καύσιμο ύλη

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Σο μαντρίν εμπροστά είχͮεν τρανόν ορτιμά̤ν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια