Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσελίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ελίκ’ Προφορά: τσελίκ
  1. χάλυβας, ατσάλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη celic

Παρατηρήσεις - Σχόλια