Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσεκούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσεκούρ’ Προφορά: τσεκούρ
  1. αξίνη, τσεκούρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατιική, από τη λατινική λέξη securis - is = τσεκούρι

Παρατηρήσεις - Σχόλια