Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σελαμέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σελαμέτ' Προφορά: σελαμέτ
  1. σωτηρία απαλλαγή από συμφορές Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη selamet = ασφάλεια, σωτηρία

Παρατηρήσεις - Σχόλια