Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσατεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ατεύω Προφορά: τσατεύω
  1. συναντώ κάνω κάποιον να συναντήσει κάποιον άλλον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη catmak = συναντώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια